
Ένας σύντομος ορισμός της λεκτικής ειρωνείας θα μπορούσε να είναι αυτός: χρήση των λέξεων ή των γλωσσικών εκφράσεων με τρόπο που να δηλώνουν το αντίθετο από το αρχικό, κυριολεκτικό τους νόημα.
Ιδού ένα καρυωτακικό παράδειγμα, από το πεζό κείμενο "Κάθαρσις" (προσέξτε το επίθετο "ηδονικά"):
Βέβαια। Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ενα και, χαίδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Aλφα». Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Ωχ, αυτός ο Αλφα, κύριε Βήτα...».
Να τι λέει για την ειρωνεία του Καβάφη, του μεγάλου αυτού είρωνα της ελληνικής ποίησης, ένας μελετητής του: "Με τον όρο «ειρωνεία» και «ειρωνική γλώσσα» εννοώ το είδος της έκφρασης που δημιουργεί το χώνεμα της λεκτικής ειρωνείας του Καβάφη με τη δραματική του ειρωνεία. Με την πρώτη ο Καβάφης υποβάλλει νοήματα και αισθήματα που δε βρίσκονται στις λέξεις του, και που είναι διαφορετικά ή αντίθετα από το νόημα που αυτές εκφράζουν. Με τη δεύτερη δημιουργεί αντιθέσεις καταστάσεων που, υποβάλλοντας ή αποκαλύπτοντας την αληθινή όψη των πραγμάτων, αποδεικνύουν την ιδέα των ηρώων του για την πραγματικότητα μια τραγική αυταπάτη" (Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Κέδρος, Αθήνα 1996, σελ. 99).