Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Λίγη ιστορία της ελληνιστικής περιόδου



«Από τις συνταρακτικές θύελλες της εποχής των Διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου προέκυψαν, μετά την κατάρρευση του κράτους του Λυσιμάχου (στη Θράκη), τελικά τρεις μοναρχίες, που ρύθμιζαν τα πολιτικά πράγματα στο ανατολική ήμισυ της οικουμένης, έως ότου η μία μετά την άλλη κατακτήθηκαν από τους Ρωμαίους: το βασίλειο των Πτολεμαίων ή Λαγιδών (με κύριο χώρο επικράτειας την Αίγυπτο), το βασίλειο των Σελευκιδών (που περιελάμβανε βασικά την Ασία) και το βασίλειο των Αντιγονιδών (δηλ. η Μακεδονία) […] Από τα δύο κράτη των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών, μεγαλύτερη συνοχή είχε οπωσδήποτε το βασίλειο της Αιγύπτου: αν εξαιρέσει κανείς τις εξωτερικές κτήσεις του στην Κυρήνη, την Συρία, την Κύπρο, μερικά νησιά και παραλιακές πόλεις του Αιγαίου Πελάγους, υπήρχε σ’ αυτό μόνο ένας υποταγμένος λαός, οι Αιγύπτιοι (περίπου επτά εκατομμύρια), η χώρα δε που αποτελούσε κυρίως την επικράτειά του, δηλ. η Αίγυπτος, αφ’ ενός είχε ένα αυστηρά συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα, αφ’ ετέρου ήταν από στρατιωτική άποψη σχεδόν απρόσβλητη. Αντίθετα, το βασίλειο των Σελευκιδών που εκτεινόταν ως τα ινδικά σύνορα ήταν ένα χαλαρό σύμφυρμα εντελώς διαφορετικών λαών μικρασιατικής, σημιτικής και ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, ένωση μάλλον πολλών διαφορετικών σατραπειών που συγκρατιόταν μόνο χάρη στην παρουσία του βασιλέως και μπορούσε εύκολα να προσβληθεί στα εκτεταμένα σύνορά της. […]
Αφού συνήψε ειρήνη με τον Πτολεμαίο Ε΄ τον Επιφανή, ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας [παππούς του Δημητρίου Σωτήρος] στράφηκε κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια προς τη Μ. Ασία και τη Θράκη, για να ανακαταλάβει τα εδάφη που ανήκαν πριν στον πρόγονο του Σέλευκο Α΄ και να αποκαταστήσει έτσι και προς αυτήν την πλευρά την αυτοκρατορία στην παλιά της έκταση […] Αφού νικήθηκε από τους Ρωμαίους στις Θερμοπύλες (το 191 π.Χ.) υπέστη δεινή ήττα από τον Σκιπίωνα Αφρικανό και τον αδελφό του στη μάχη που έγινε στη Μαγνησία (κοντά στο όρος Σίπυλος στη Μ. Ασία) και με την ειρήνη της Απαμείας (188 π.Χ.) αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από όλη τη Μ. Ασία δυτικά του Ταύρου».

[Ulrich Wilcken, Αρχαία ελληνική ιστορία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1976, σελ. 354 κεξ.]

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Κ. Π. Καβάφης


«Ένας νέος ποιητής μ' επεσκέφθηκε. Ήταν πολύ πτωχός, εζούσε από την φιλολογική του εργασία, και με φαίνονταν σαν κάπως να λυπούνταν βλέποντας το καλό σπίτι που κατοικούσα, τον δούλο μου που τον έφερε ένα καλά σερβιτό τσάι, τα ρούχα μου τα καμωμένα σε καλό ράπτη. Eίπε• "Tι φρικτό πράγμα να έχει κανείς να παλεύει να βγάζει τα προς το ζην, να κυνηγάς συνδρομητάς για περιοδικό σου, αγοραστάς για βιβλίο σου".

Δεν θέλησα να τον αφήσω στην πλάνη του και τον είπα μερικά λόγια, περίπου σαν τα εξής. Δυσάρεστη και βαρειά η θέσις του -αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ' την φυσική μου γραμμή κι έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα, στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται. Tί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία. Eνώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμιά ώρα• είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Tέχνης.

Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ' έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ' ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Kαι δικαίως. Mοιάζει σαν η Tέχνη να με λέγει "Δεν είμαι μια δούλα εγώ• για να με διώχνεις σαν έρχομαι, και να 'ρχομαι σαν θες. Eίμαι η μεγαλύτερη Kερά του κόσμου. Kαι αν με αρνήθηκες -προδότη και ταπεινέ- για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή κοινωνική σου θέση, αρκέσου μ' αυτά λοιπόν, (αλλά πού μπορείς ν' αρκεσθείς) και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να είσαι έτοιμος να με δεχθείς, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένεις, όπως έπρεπε να είσαι κάθε μέρα».

(Ιούνιος 1905)

[Σημείωση: Ο κύριος της φωτογραφίας δεν είναι ο Καβάφης, αλλά ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός, που υποδύεται τον Καβάφη στην ομώνυμη ταινία]

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Ονορέ ντε Μπαλζάκ



Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος δάνεισε το όνομά του σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο. Αν και έζησε μόλις [για τα σημερινά δεδομένα] πενήντα ένα έτη κατόρθωσε να γράψει περίπου 100 μυθιστορήματα, στα οποία έδωσε το γενικό τίτλο "Ανθρώπινη κωμωδία", ένα έργο που εκτείνεται σε μερικές χιλιάδες σελίδες, από τις οποίες εμείς θα διαβάσουμε μόνο 200!

Λόγω της επιμονής του να περιγράφει όλες τις ορατές λεπτομέρειες, ο Μπαλζάκ θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές του ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή πεζογραφία [απόγονος της ρεαλιστικής «σχολής» είναι και ο δικός μας Παπαδιαμάντης]. Στην "Ευγενία Γκραντέ" θα συναντήσουμε άφθονες περιγραφές σπιτιών, αντικειμένων, ρούχων, αλλά και οικονομικών συναλλαγών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι οι περιγραφές έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης: γιατί άραγε ο αφηγητής περιγράφει τα λερωμένα με στάχτες ρούχα των τριών Κρυσό όταν εκείνοι κοιτάζουν έκθαμβοι τον άρτι αφιχθέντα Κάρολο στη σελ. 42;

Σε γενικές γραμμές, ο Μπαλζάκ πίστευε ότι το υλικό περιβάλλον καθορίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, οι οποίοι οφείλουν να αναμετρηθούν με ένα περίπλοκο σύνολο οικονομικών, ηθικών και προσωπικών προκλήσεων προκειμένου να «επιβιώσουν». Θα πρέπει λοιπόν να θυμόμαστε ότι ο Μπαλζάκ, όπως και όλοι οι σπουδαίοι ρεαλιστές, δε φωτογραφίζουν απλώς την πραγματικότητα, αλλά αναζητούν τα βαθύτερα αίτια, τους κανόνες και τα κίνητρα που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ο Μπαλζάκ ήταν ένας έξοχος παρατηρητής του ανθρώπινου δράματος, το οποίο επιθύμησε να περιγράψει με τον ειρωνικό τίτλο "Ανθρώπινη κωμωδία" [αντιστρέφοντας τη γνωστή "Θεία κωμωδία" του Δάντη], και δεν κουραζόταν να παρακολουθεί τον άνθρωπο να κινείται ανάμεσα στην τραγικότητα και την κωμικότητα, την αθλιότητα και τη γελοιοποίηση: «Φριχτή μοίρα του ανθρώπου! Δεν υπάρχει ούτε μία ευτυχία του που να μη βγαίνει μέσα από την άγνοια!» (σελ. 36).

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Storia d'Italia

Ένα ταξίδι στον χρόνο, 149 χρόνια πριν, Σικελία, Μάιος του 1860. Εδώ βρίσκεται η αρχή της αφήγησης του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα αλλά και μία ημερομηνία εμβληματική για την ιταλική ιστορία, λόγω της απόβασης του Γκαριμπάλντι στη Σικελία. Ποιος ήταν όμως ο Γκαριμπάλντι και γιατί αποφάσισε τον Μάιο του 1860 να «επισκεφθεί» την όμορφη Σικελία, με την πρωτεύουσά της, το Παλέρμο, τις αμμώδεις παραλίες και τη γνωστή μας από την αρχαία ιστορία πόλη των Συρακουσών;

Πριν από το 1848 η ιταλική χερσόνησος ήταν ένα μωσαϊκό κρατιδίων: η Λομβαρδία και η Βενετία κατέχονταν από τους Αυστριακούς, ενώ η Τοσκάνη, η Πάρμα και η Μοδένα ήταν υπό την επιρροή της μοναρχικής δυναστείας των Αψβούργων που κυριαρχούσε σε ευρωπαϊκά κράτη όπως η Ισπανία, η Αυστρία και η Ουγγαρία. Οι μόνες ανεξάρτητες περιοχές ήταν το βασίλειο της Σαρδηνίας, τα παπικά κράτη και το Βασίλειο των Δύο Σικελιών, το οποίο ιδρύθηκε το 1442 με την ένωση της Σικελίας και της Νάπολης.

Ο αγώνας για την ενοποίηση της Ιταλίας άρχισε με την απόπειρα εκδίωξης των Αυστριακών το 1848. Το σημαντικότερο όμως βήμα για την ενοποίηση της Ιταλίας έγινε με την κατάκτηση του Βασιλείου των Δύο Σικελιών από τον Γκαριμπάλντι (Giuseppe Garibaldi). Το βασίλειο εκείνο κυβερνούσε μέχρι το 1859 ο βασιλιάς Φερδινάνδος o Β΄, ένα πραγματικό πρόσωπο «με πλατύ ωχρό πρόσωπο ανάμεσα στις ξανθωπές φαβορίτες», τον οποίο επισκέπτεται ένα φανταστικό πρόσωπο «με ροδοκόκκινη επιδερμίδα και μελί τρίχες», ο πρίγκιπας Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα, στις σελίδες 53 έως 55 του βιβλίου μας. Μετά το 1859 βασιλιάς του Βασιλείου των Δύο Σικελιών θα γίνει ο Φραγκίσκος ο Β΄, ο οποίος «δεν ήταν παρά ένα παιδαρέλι ντυμένο στρατηγός», κατά την άποψη του αγαπητού μας Γατόπαρδου. Οι δύο αυτοί βασιλιάδες ήταν Βουρβώνοι, ανήκαν δηλαδή σε μία άλλη μοναρχική δυναστεία που βασίλευσε στη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία.

Ο Γαριβάλδης λοιπόν ξεκίνησε τον Μάιο του 1860 με ένα σύνταγμα χιλίων ερυθροχιτώνων για να απελευθερώσει την πατρίδα του. Μέσα σε λίγους μήνες ολόκληρο το βασίλειο του Φραγκίσκου του Β΄ είχε καταληφθεί από τον Γαριβάλδη, ο οποίος το παρέδωσε στον βασιλιά της Σαρδηνίας Βίκτωρα Εμμανουήλ Β΄, αν και αρχικά προτιμούσε να μετατρέψει την περιοχή σε ανεξάρτητη αβασίλευτη δημοκρατία! Ο Βίκτωρ Εμμανουήλ ο Β΄ ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Ιταλίας τον Μάρτιο του 1861. Τα επόμενα χρόνια προσαρτήθηκαν στην Ιταλία και οι υπόλοιπες περιοχές, το 1866 η Βενετία και το 1870 η Ρώμη, με αποτέλεσμα η ενιαία πλέον Ιταλία να μοιάζει με την μπότα που περνά στο δεξί πόδι του Βίκτωρα Εμμανουήλ ο Γαριβάλδης στο παραπάνω σκίτσο.

Το κίνημα αυτό που είχε στόχο την ενοποίηση της Ιταλίας ονομάζεται Risorgimento.


Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Νίκος Γκάτσος

[Ένα απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση Αμοργός τού -γνωστού μας από τη μετάφραση του Ματωμένου γάμου- Νίκου Γκάτσου, για απόλαυση προσωπική αλλά και για άσκηση στο άγνωστο τα ανοιξιάτικα Σαββατόβραδα]

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
[...]
Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Οι Γατόπαρδοι

Ο Giuseppe Tomasi di Lampedusa, όπως τον φανταζόμαστε.











Ο ηθοποιός Burt Lancaster ως
"Γατόπαρδος" στην ομώνυμη
ταινία του Visconti (1963),
όπως τον φανταζόμαστε.

Τραγωδία [βιβλιογραφία]

Αριστοτέλης, Περί ποιητικής, εκδ. Εστία (2008)
[η παραπάνω έκδοση περιλαμβάνει, εκτός από τη μετάφραση, το πρωτότυπο κείμενο, και μία καλή εισαγωγή του Ι. Συκουτρή]

Άγγελος Τερζάκης, Αφιέρωμα στην τραγική μούσα, Εκδόσεις των Φίλων (1989)
[θαυμάσιο βιβλίο, γραμμένο σε έξοχη δοκιμιακή γλώσσα, που αναλύει το θέμα του τραγικού από τον Αισχύλο μέχρι τον Σαίξπηρ. Ίσως η καλύτερη νεοελληνική εισαγωγή στην Τραγωδία.]

Jacqueline de Romilly, Αρχαία ελληνική τραγωδία, εκδ. Καρδαμίτσα (1990)
[μία συνολική έκθεση της γέννησης και της εξέλιξης του τραγικού είδους στην αρχαιότητα, με χρήσιμα κεφάλαια για μία θεωρητική προσέγγιση του τραγικού]

H. D. F. Kitto, Η αρχαία ελληνική τραγωδία, εκδ. Παπαδήμα (1989)
[ένα ογκώδες βιβλίο, με εκτενείς αναλύσεις -ανά κεφάλαιο- όλων των σωζώμενων τραγωδιών]

Gilbert Murray, Αισχύλος, ο δημιουργός της τραγωδίας, εκδ. Καρδαμίτσα (1993)
[ένα εξαιρετικό βιβλίο για τον πρώτο μεγάλο τραγικό ποιητή, με ένα χρήσιμο κεφάλαιο για την Ορέστεια (εκτός των άλλων)]

...ακόμη λίγη τραγωδία

[Ιδού μία «τραγική» προσέγγιση της ταινίας Oldboy του Kορεάτη σκηνοθέτη Park Chan Wook (πώς θα μεταφράζαμε άραγε τον τίτλο της ταινίας εις την ελληνικήν;)]



A man named Oh Dae Su is kidnapped and locked up in a private prison by an unknown organization. While captive, he sees on television that he is being charged with the murder of his wife. Of course, he did not kill his wife since he is already imprisoned. Fifteen years later, Oh is suddenly freed and begins a quest to find out why he was locked up for so long.
[...]
Park Chan Wook is a film director who can clearly show the public that he can deal with the issues of "cause" (or "why") and "relationships."… Revenge films are implicitly film-noir and "Old Boy" is no exception. As such, it has many clichés such as extreme violence, vulgar language, voice-overs and flashbacks. But the crucial point is that the film tells a human story philosophically and aesthetically. Park seriously questions what humanity and human life is. In particular, the film asks, "Even though I am no better than a beast, I do have the right to live, don't I?"

[...]

It is not so difficult to follow the narrative of "Old Boy," but understanding the film's allegories is another matter. It has its own unique interpretation on human revenge and pathos. Furthermore, the film's final reversal is very clever and makes room for the audience to think about the entire story in greater depth. In last sequence, the film reveals the essence of human life, language, love, morality and consciousness.
The dictum, "Laugh, and the world laughs with you. Weep, and you will weep alone," is the key to enjoying "Old Boy."

Kim Soung Su