Κυριακή 2 Μαΐου 2010
Το αυγουστιάτικο φεγγάρι (άγνωστο)
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΑΣ
Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·
αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,
θ' αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.
Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα
σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)
φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –
πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.
Γ. Ρίτσος
Πέμπτη 15 Απριλίου 2010
Άγνωστο
Η φυλακή
Επανακάμψας, μετά από τριάντα εννιά ολόκληρα χρόνια στην πατρίδα του, από τη Σοβιετική Ένωση ―την δεκάτην πέμπτην του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1988― ο Έλλην πρόσφυγας Αγησίλαος Πετούσης, από την Κλειδωνιάβιστα Κονίτσης ―ο οποίος, σημειωτέον, είχεν εκτίσει εκεί ποινήν καθείρξεως είκοσι χρόνων, για πράξεις, αντιτιθέμενες στο καθεστώς― τις δύο πρώτες μέρες της ελευθερίας του τις πέρασε τελείως μόνος του, περιφερόμενος ως παρατηρητής στο κέντρο της πόλεως των Αθηνών.
Αφού έζησε εκ του σύνεγγυς το θαύμα μιας ζωής που αγνοούσε, παρατηρώντας έκπληκτος τους άλλους γύρω του, ν’ αναδιπλώνονται υστερικά ακολουθώντας τους ρυθμούς ενός τερατώδους και απάνθρωπου μηχανισμού που τους μετέτρεπε σε καταναλωτικά νευρόσπαστα και με ασφάλεια τους οδηγούσε στην παθητικότητα και την αποξένωση, κατέληξε ―προς το βράδυ της δεύτερης, κιόλας, μέρας της ελευθερίας του― στο φοβερό συμπέρασμα πως είχε πέσει σε παγίδα: είχε καταφέρει ν’ απαλλαγεί από τη φυλακή ―όπου ζούσε τόσα χρόνια― και είχε έρθει τώρα ―με τη θέλησή του― να περάσει τα υπόλοιπα σε μιαν άλλη.
Παρόλο που από καιρό είχε παραιτηθεί από τα πάντα και ήταν ήδη έτοιμος πια να δεχτεί αυτό που θα ’φερνε η μοίρα, εντούτοις ―όταν το συνειδητοποίησε― κατελήφθη, αυτόματα, από ένα είδος ναυτίας που συνοδευόταν από ένα δυσάρεστο αίσθημα κενού ―κάπου εκεί στο χώρο μεταξύ στομάχου και πνευμόνων― γι’ αυτό και οδηγήθηκε αμέσως στο πρώτο ζαχαροπλαστείο που συνάντησε στο δρόμο του, παραγγέλνοντας ―προς αναπλήρωσιν του φοβερού κενού― ένα εξίσου μεγαλοπρεπές κομμάτι γλυκού, το οποίο και κατεβρόχθισε, απνευστί, χωρίς, όμως, τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Το κενό παρέμεινε όπως είχε, όπως κι ο ίδιος άλλωστε ― μόνος και άναυδος― και επ’ ολίγον μόνο στο τραπεζάκι, έχοντας τώρα επιπλέον, και το δυσάρεστο συναίσθημα ότι η παρουσία του μέσα εκεί αποτελούσε φοβερή παραφωνία, γι’ αυτό πλήρωσε αμέσως το λογαριασμό και ζήτησε να πάει στην τουαλέτα.
Και πράγματι οδηγήθηκε πάραυτα σε χώρο απαστράπτοντα όπου, αφού απάλλαξε, πρώτα, την κύστη του από το περιττό της βάρος, αμέσως, ύστερα, μια στιγμιαία έκλαμψη, τον έκανε να ανασύρει από τη μέσα τσέπη του φθαρμένου σακακιού του ένα παλιό μολύβι και να λερώσει με αυτό τον πεντακάθαρο τοίχο της τουαλέτας, γράφοντας, με σταθερά γράμματα, τη μελαγχολική φράση:
Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΒΙΑ
Ήρεμος βγήκε τότε από κει ο Αγησίλαος Πετούσης και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού ―που κουδούνισε διακριτικά― κι αμέσως ύστερα χάθηκε μες στο πλήθος των ανθρώπων που κατέβαιναν κατά κύματα ―τη νύχτα της δεκάτης εβδόμης του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1988― την ιστορική οδό του Σταδίου.
(Νίκος Χουλιαράς, Η μέσα βροχή, 1991)
Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009
Λογοτεχνία του φανταστικού
Η Χαδούλα η Φράγκισσα

«Ένα από τα γνωρίσματα της κλασικής λογοτεχνίας είναι η ασυμβατότητα ηθικής συνείδησης και δημιουργικής φαντασίας και ενδεχομένως αυτό το γνώρισμα είναι ένας από τους λόγους που καθιστά τη Φόνισσα όχι μόνο ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα αλλά και από τα πιο πολυσυζητημένα πεζογραφικά κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας. Η Φόνισσα προκάλεσε αρκετές προσεγγίσεις αυτοβιογραφικές, ψυχαναλυτικές, ηθικές, αφηγηματολογικές και κοινωνιολογικές, ένδειξη της πολυσημίας ή της αμφισημίας του παπαδιαμαντικού κειμένου. Ένα από τα στοιχεία που συμβάλλουν σε αυτόν τον ερμηνευτικό πλουραλισμό είναι και ο υπότιτλός του «κοινωνικό μυθιστόρημα». Η χρήση αυτού του υποτίτλου θέτει το ερώτημα του πώς εννοεί το κοινωνικό μυθιστόρημα ο Παπαδιαμάντης, γιατί χαρακτηρίζει το κείμενό του με αυτόν τον τρόπο και πώς αυτός ο χαρακτηρισμός συνάδει με την αφηγηματική του δομή. Είναι, εντέλει, η Φραγκογιαννού ένας εωσφορικός χαρακτήρας ή μια κοινωνική ανατροπέας και μια πρώιμη υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών;»
Με αυτά τα λόγια ξεκινά ένα άρθρο του Δ. Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας, για το περίφημο και πολυσυζητημένο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Η φόνισσα (1903). «Κοινωνικόν μυθιστόρημα» λοιπόν η Φόνισσα, σύμφωνα με τον υπότιτλο του Παπαδιαμάντη (ο υπότιτλος αυτός λείπει από την έκδοση της «Νεφέλης – γιατί άραγε;), γεγονός που ενδέχεται να μας βάλει σε μεγάλες (ερμηνευτικές) περιπέτειες. Παρακάτω θα διαβάσετε τις απόψεις του Τζιόβα γύρω από το θέμα αυτό (παίζοντας με τον υπότιτλο, ο Τζιόβας χαρακτηρίζει τη Φόνισσα «αντικοινωνικό μυθιστόρημα»). Όσα έχουμε πει και όσα γνωρίζετε από τη Βιολογία για τον δαρβινισμό θα σας φανούν χρήσιμα. Ας έχουμε όμως κατά νου ότι πρόκειται για μία ερμηνευτική προσέγγιση ανάμεσα σε άλλες, και μάλιστα για μία προσέγγιση με την οποία ο Γ. Βελουδής, ένας άλλος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, διαφώνησε σε ένα άρθρο του στο Βήμα, λίγο καιρό μετά τη δημοσίευση του κειμένου του Τζιόβα (μπορείτε να βρείτε και τα δύο κείμενα με αναζήτηση «Τζιόβας Φόνισσα» στο Google).
«Η Φόνισσα είναι μια αφήγηση αναδρομική και αυτό το χαρακτηριστικό συνδέει τον αφηγηματικό της τρόπο με το κοινωνικό όραμα που εκφράζει. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αντιεξελικτικό που υποβάλλει την άποψη ότι η κοινωνική «πρόοδος» οδηγεί μόνο στην ανισότητα και κατ' επέκταση στο έγκλημα. Ως εκ τούτου, η λύση έγκειται στην επιστροφή σε μια αρχέγονη, φυσική κατάσταση και τους αντίστοιχους νόμους της φύσης. Τούτο δεν σημαίνει ότι η βία ή η ανισότητα θα εξαφανιστούν αλλά προϋποθέτει ότι οι φυσικοί νόμοι είναι προτιμότεροι από τους κοινωνικούς. Το κοινωνικό σύστημα που διαγράφεται στο μυθιστόρημα διαιωνίζει την ανισότητα και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον παραπέμπει στην επιστροφή στο αρχέγονο παρελθόν.
Ο Παπαδιαμάντης υπονοεί ότι η κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της και η μόνη διέξοδος είναι ένα είδος δαρβινικής φυσικής επιλογής. Δεν νομίζω ωστόσο ότι αφετηρία του είναι η δαρβινική θεωρία με την οποία μπορεί να ήταν εξοικειωμένος αλλά η απογοήτευσή του από τις τρέχουσες κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του, που καταλήγουν στη γυναικεία ανισότητα και στις οικογενειακές αντιθέσεις, ωθώντας όμως τον Παπαδιαμάντη όχι στο να επιδιώξει την κοινωνική αλλαγή αλλά την απόσυρση στο παρελθόν. Στο μυθιστόρημα διακρίνει κανείς τη νοσταλγία για ένα προκοινωνικό στάδιο εγγύτερα στη φύση ενώ η νοσταλγία για τις απαρχές εκφράζεται μέσω της αφηγηματικής αναδίπλωσης και του αναστοχασμού.
Η Φόνισσα, όπως και άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, εκτυλίσσεται σε μια κοινωνία μεταβατική και αντιμέτωπη με τις αστικές και εκσυγχρονιστικές τάσεις. Ο Παπαδιαμάντης δεν κάνει κάποια πρόταση κοινωνικής αναμόρφωσης γιατί η λύση για αυτόν δεν βρίσκεται στο μέλλον αλλά στο παρελθόν, στην επιστροφή σε μια οργανική, φυσική και προκοινωνική κατάσταση. Αυτή η άποψη όμως υποβάλλεται χωρίς να εκφράζεται ρητά στη Φόνισσα. Με τους φόνους η Φραγκογιαννού προσπαθεί να γυρίσει το ρολόι πίσω, να εμποδίσει τα θύματά της να εισέλθουν στην κοινωνία.
Η αντίθεση που εκφράζεται στο μυθιστόρημα προς ορισμένους κοινωνικούς θεσμούς συνδεόμενους με την κεντρική διοίκηση, όπως η αστυνομία και η φορολογία, που εκλαμβάνεται ως υποκατάστατο της ληστείας, υποδηλώνει κάποια προτίμηση προς μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα κάποια κλίση προς το παραδοσιακό και το τοπικό παρά προς το νεωτερικό και το αστικό, που με τη σειρά της παραπέμπει στην αντίθεση φύσης και πολιτισμού.
Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη προσδίδοντας στη φύση απελευθερωτικό και καθαρτικό ρόλο την πριμοδοτεί σε σχέση με τον πολιτισμό. Η Φραγκογιαννού πιστεύει ότι μέσω της φυσικής επιλογής η κοινωνική ανισότητα και η ανθρώπινη αδυναμία θα αντιμετωπιστούν και θα εξαλειφθούν. Με τη σειρά της η ίδια καταφεύγει στη φύση ενώ ο θάνατός της στη θάλασσα μπορεί αλληγορικά να θεωρηθεί ότι έχει καθαρτικό χαρακτήρα, συνιστώντας ένα είδος απορρόφησης στη φύση.
Το τέλος του μυθιστορήματος έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως και ορισμένοι είδαν στον «φυσικό» θάνατο της Φραγκογιαννούς μια μορφή αναβάπτισης ή αναγέννησης. Αυτές οι ερμηνείες μπορούν να ενταχθούν σε ένα γενικότερο πλαίσιο οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι η πρωταγωνίστρια επιστρέφει στη φύση και τιμωρείται από τη φύση, που συμβολίζει συνάμα την ελευθερία και τη λύτρωση. Ηθική και δικαιοσύνη δεν εκφράζονται από την κοινωνία αλλά από τη φύση που ταυτίζεται με τον Θεό. Το τέλος της αφήγησης υπηρετεί δηλαδή τον γενικότερο σκοπό της που είναι η αναδρομή στο παρελθόν, στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας και τελικά στην αγνότητα της φύσεως. Η παλίρροια του νερού, αναγκαία για έναν πειστικό θάνατο, υποδηλώνει επίσης τη ρυθμική επανάληψη που περιλαμβάνει την περιοδική κάθαρση με την εμβάπτιση στο νερό και την αναγέννηση. Ακόμη και με τον τρόπο που κλείνει το μυθιστόρημα υπογραμμίζεται η αναδρομική υφή της αφήγησης.
Ο Παπαδιαμάντης γενικά προσπαθεί να δείξει με το μυθιστόρημά του το αδιέξοδο της κοινωνίας του, να αμφισβητήσει την ιδέα της προόδου και να υποστηρίξει την ιδέα της επιστροφής σε μια πιο αγνή, προκοινωνική συνθήκη μέσα από την ιδέα της αναδρομής που κυριαρχεί στο κείμενο. Με τους θανάτους των κοριτσιών προκαλεί ένα ισχυρό ταρακούνημα στην κοινωνία, ενώ η βουκολική νοσταλγία για την ειδυλλιακότητα του παρελθόντος, που συναντούμε σε άλλα του διηγήματα, μετασχηματίζεται εδώ σε μια συγκλονιστική αναγνώριση των βίαιων και απελευθερωτικών δυνάμεων που συνυπάρχουν στη φύση.
Με αυτά τα δεδομένα η Φόνισσα μπορεί να χαρακτηριστεί ένα αντικοινωνικό μυθιστόρημα καθώς προσβλέπει στην επιστροφή σε ένα προκοινωνικό και φυσικό στάδιο, ενώ παράλληλα υιοθετεί την ιδέα της ανακύκλησης και της επιστροφής ως αφηγηματικό της τρόπο, δείχνοντας έτσι πόσο στενά συλλειτουργούν το ιδεολογικό με το αφηγηματικό στοιχείο. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τον αντικοινωνικό αναχωρητισμό του Παπαδιαμάντη, δεν μπορεί όμως να μην παραδεχτεί το πόσο αριστοτεχνικά συνθέτει το μυθιστόρημά του, ώστε αφήγηση και ιδεολογία να αλληλοεξυπηρετούνται».
[Το Βήμα, 30 Μαρτίου 2002]
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009
Λίγη ιστορία της ελληνιστικής περιόδου

[Ulrich Wilcken, Αρχαία ελληνική ιστορία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1976, σελ. 354 κεξ.]
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009
Κ. Π. Καβάφης

Δεν θέλησα να τον αφήσω στην πλάνη του και τον είπα μερικά λόγια, περίπου σαν τα εξής. Δυσάρεστη και βαρειά η θέσις του -αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ' την φυσική μου γραμμή κι έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα, στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται. Tί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία. Eνώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμιά ώρα• είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Tέχνης.
Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ' έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ' ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Kαι δικαίως. Mοιάζει σαν η Tέχνη να με λέγει "Δεν είμαι μια δούλα εγώ• για να με διώχνεις σαν έρχομαι, και να 'ρχομαι σαν θες. Eίμαι η μεγαλύτερη Kερά του κόσμου. Kαι αν με αρνήθηκες -προδότη και ταπεινέ- για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή κοινωνική σου θέση, αρκέσου μ' αυτά λοιπόν, (αλλά πού μπορείς ν' αρκεσθείς) και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να είσαι έτοιμος να με δεχθείς, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένεις, όπως έπρεπε να είσαι κάθε μέρα».
(Ιούνιος 1905)
[Σημείωση: Ο κύριος της φωτογραφίας δεν είναι ο Καβάφης, αλλά ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός, που υποδύεται τον Καβάφη στην ομώνυμη ταινία]
Τρίτη 12 Μαΐου 2009
Ονορέ ντε Μπαλζάκ

Λόγω της επιμονής του να περιγράφει όλες τις ορατές λεπτομέρειες, ο Μπαλζάκ θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές του ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή πεζογραφία [απόγονος της ρεαλιστικής «σχολής» είναι και ο δικός μας Παπαδιαμάντης]. Στην "Ευγενία Γκραντέ" θα συναντήσουμε άφθονες περιγραφές σπιτιών, αντικειμένων, ρούχων, αλλά και οικονομικών συναλλαγών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι οι περιγραφές έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης: γιατί άραγε ο αφηγητής περιγράφει τα λερωμένα με στάχτες ρούχα των τριών Κρυσό όταν εκείνοι κοιτάζουν έκθαμβοι τον άρτι αφιχθέντα Κάρολο στη σελ. 42;
Σε γενικές γραμμές, ο Μπαλζάκ πίστευε ότι το υλικό περιβάλλον καθορίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, οι οποίοι οφείλουν να αναμετρηθούν με ένα περίπλοκο σύνολο οικονομικών, ηθικών και προσωπικών προκλήσεων προκειμένου να «επιβιώσουν». Θα πρέπει λοιπόν να θυμόμαστε ότι ο Μπαλζάκ, όπως και όλοι οι σπουδαίοι ρεαλιστές, δε φωτογραφίζουν απλώς την πραγματικότητα, αλλά αναζητούν τα βαθύτερα αίτια, τους κανόνες και τα κίνητρα που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο Μπαλζάκ ήταν ένας έξοχος παρατηρητής του ανθρώπινου δράματος, το οποίο επιθύμησε να περιγράψει με τον ειρωνικό τίτλο "Ανθρώπινη κωμωδία" [αντιστρέφοντας τη γνωστή "Θεία κωμωδία" του Δάντη], και δεν κουραζόταν να παρακολουθεί τον άνθρωπο να κινείται ανάμεσα στην τραγικότητα και την κωμικότητα, την αθλιότητα και τη γελοιοποίηση: «Φριχτή μοίρα του ανθρώπου! Δεν υπάρχει ούτε μία ευτυχία του που να μη βγαίνει μέσα από την άγνοια!» (σελ. 36).
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Storia d'Italia
Πριν από το 1848 η ιταλική χερσόνησος ήταν ένα μωσαϊκό κρατιδίων: η Λομβαρδία και η Βενετία κατέχονταν από τους Αυστριακούς, ενώ η Τοσκάνη, η Πάρμα και η Μοδένα ήταν υπό την επιρροή της μοναρχικής δυναστείας των Αψβούργων που κυριαρχούσε σε ευρωπαϊκά κράτη όπως η Ισπανία, η Αυστρία και η Ουγγαρία. Οι μόνες ανεξάρτητες περιοχές ήταν το βασίλειο της Σαρδηνίας, τα παπικά κράτη και το Βασίλειο των Δύο Σικελιών, το οποίο ιδρύθηκε το 1442 με την ένωση της Σικελίας και της Νάπολης.
Ο αγώνας για την ενοποίηση της Ιταλίας άρχισε με την απόπειρα εκδίωξης των Αυστριακών το 1848. Το σημαντικότερο όμως βήμα για την ενοποίηση της Ιταλίας έγινε με την κατάκτηση του Βασιλείου των Δύο Σικελιών από τον Γκαριμπάλντι (Giuseppe Garibaldi). Το βασίλειο εκείνο κυβερνούσε μέχρι το 1859 ο βασιλιάς Φερδινάνδος o Β΄, ένα πραγματικό πρόσωπο «με πλατύ ωχρό πρόσωπο ανάμεσα στις ξανθωπές φαβορίτες», τον οποίο επισκέπτεται ένα φανταστικό πρόσωπο «με ροδοκόκκινη επιδερμίδα και μελί τρίχες», ο πρίγκιπας Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα, στις σελίδες 53 έως
55 του βιβλίου μας. Μετά το 1859 βασιλιάς του Βασιλείου των Δύο Σικελιών θα γίνει ο Φραγκίσκος ο Β΄, ο οποίος «δεν ήταν παρά ένα παιδαρέλι ντυμένο στρατηγός», κατά την άποψη του αγαπητού μας Γατόπαρδου. Οι δύο αυτοί βασιλιάδες ήταν Βουρβώνοι, ανήκαν δηλαδή σε μία άλλη μοναρχική δυναστεία που βασίλευσε στη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία.
Ο Γαριβάλδης λοιπόν ξεκίνησε τον Μάιο του 1860 με ένα σύνταγμα χιλίων ερυθροχιτώνων για να απελευθερώσει την πατρίδα του. Μέσα σε λίγους μήνες ολόκληρο το βασίλειο του Φραγκίσκου του Β΄ είχε καταληφθεί από τον Γαριβάλδη, ο οποίος το παρέδωσε στον βασιλιά της Σαρδηνίας Βίκτωρα Εμμανουήλ Β΄, αν και αρχικά προτιμούσε να μετατρέψει την περιοχή σε ανεξάρτητη αβασίλευτη δημοκρατία! Ο Βίκτωρ Εμμανουήλ ο Β΄ ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Ιταλίας τον Μάρτιο του 1861. Τα επόμενα χρόνια προσαρτήθηκαν στην Ιταλία και οι υπόλοιπες περιοχές, το 1866 η Βενετία και το 1870 η Ρώμη, με αποτέλεσμα η ενιαία πλέον Ιταλία να μοιάζει με την μπότα που περνά στο δεξί πόδι του Βίκτωρα Εμμανουήλ ο Γαριβάλδης στο παραπάνω σκίτσο.
Το κίνημα αυτό που είχε στόχο την ενοποίηση της Ιταλίας ονομάζεται Risorgimento.
Τετάρτη 1 Απριλίου 2009
Νίκος Γκάτσος
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
[...]
Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Οι Γατόπαρδοι
Τραγωδία [βιβλιογραφία]
[η παραπάνω έκδοση περιλαμβάνει, εκτός από τη μετάφραση, το πρωτότυπο κείμενο, και μία καλή εισαγωγή του Ι. Συκουτρή]
Άγγελος Τερζάκης, Αφιέρωμα στην τραγική μούσα, Εκδόσεις των Φίλων (1989)
[θαυμάσιο βιβλίο, γραμμένο σε έξοχη δοκιμιακή γλώσσα, που αναλύει το θέμα του τραγικού από τον Αισχύλο μέχρι τον Σαίξπηρ. Ίσως η καλύτερη νεοελληνική εισαγωγή στην Τραγωδία.]
Jacqueline de Romilly, Αρχαία ελληνική τραγωδία, εκδ. Καρδαμίτσα (1990)
[μία συνολική έκθεση της γέννησης και της εξέλιξης του τραγικού είδους στην αρχαιότητα, με χρήσιμα κεφάλαια για μία θεωρητική προσέγγιση του τραγικού]
H. D. F. Kitto, Η αρχαία ελληνική τραγωδία, εκδ. Παπαδήμα (1989)
[ένα ογκώδες βιβλίο, με εκτενείς αναλύσεις -ανά κεφάλαιο- όλων των σωζώμενων τραγωδιών]
Gilbert Murray, Αισχύλος, ο δημιουργός της τραγωδίας, εκδ. Καρδαμίτσα (1993)
[ένα εξαιρετικό βιβλίο για τον πρώτο μεγάλο τραγικό ποιητή, με ένα χρήσιμο κεφάλαιο για την Ορέστεια (εκτός των άλλων)]
[Ιδού μία «τραγική» προσέγγιση της ταινίας Oldboy του Kορεάτη σκηνοθέτη Park Chan Wook (πώς θα μεταφράζαμε άραγε τον τίτλο της ταινίας εις την ελληνικήν;)]A man named Oh Dae Su is kidnapped and locked up in a private prison by an unknown organization. While captive, he sees on television that he is being charged with the murder of his wife. Of course, he did not kill his wife since he is already imprisoned. Fifteen years later, Oh is suddenly freed and begins a quest to find out why he was locked up for so long.
[...]
Park Chan Wook is a film director who can clearly show the public that he can deal with the issues of "cause" (or "why") and "relationships."… Revenge films are implicitly film-noir and "Old Boy" is no exception. As such, it has many clichés such as extreme violence, vulgar language, voice-overs and flashbacks. But the crucial point is that the film tells a human story philosophically and aesthetically. Park seriously questions what humanity and human life is. In particular, the film asks, "Even though I am no better than a beast, I do have the right to live, don't I?" [...]
It is not so difficult to follow the narrative of "Old Boy," but understanding the film's allegories is another matter. It has its own unique interpretation on human revenge and pathos. Furthermore, the film's final reversal is very clever and makes room for the audience to think about the entire story in greater depth. In last sequence, the film reveals the essence of human life, language, love, morality and consciousness.
The dictum, "Laugh, and the world laughs with you. Weep, and you will weep alone," is the key to enjoying "Old Boy."
Kim Soung Su

